Από Banksy μέχρι Picasso: Το κύκλωμα-μαμούθ των πλαστών έργων τέχνης και η ελληνική αντεπίθεση
Η νέα ελληνική νομοθεσία επιχειρεί να καλύψει όλα τα στάδια της αλυσίδας: από τη δημιουργία πλαστών έργων μέχρι την πώληση και τη διαφήμισή τους.
Η παγκόσμια αγορά τέχνης, πίσω από τη λάμψη και τα αστρονομικά ποσά, κρύβει μια σκοτεινή πραγματικότητα: πλαστογραφίες, απομιμήσεις και ένα σύστημα που συχνά λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Παρά την αξία των έργων που αλλάζουν χέρια, η παρακολούθηση της αυθεντικότητας παραμένει σε πολλές περιπτώσεις... υπόθεση των ίδιων των εμπόρων.
Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του theconversation.com, σε αυτό το θολό τοπίο, η Ελλάδα επιχειρεί να βάλει τάξη. Οι νέοι νόμοι για την αγορά τέχνης σηματοδοτούν μια πιο αυστηρή στάση απέναντι σε πρακτικές που για χρόνια κινούνταν στα όρια, ή και πέρα από αυτά, της νομιμότητας.
Η αυθεντικότητα δεν είναι απλώς ζήτημα κύρους, είναι καθοριστικός παράγοντας τιμής. Οίκοι δημοπρασιών και μεγάλοι έμποροι επενδύουν τεράστια ποσά σε ειδικούς, ερευνητές και τεχνικούς ελέγχους. Και όχι άδικα: η φήμη ότι διαθέτουν «καθαρά» έργα προσελκύει εύπορους συλλέκτες και επενδυτές, εκτοξεύοντας τις τιμές. Στον αντίποδα, οι διαδικτυακές αγορές λειτουργούν με εντελώς διαφορετικούς κανόνες. Ελάχιστος έλεγχος, ασαφείς εγγυήσεις και ένα σαφές μήνυμα προς τον αγοραστή: «αγοράζεις με δική σου ευθύνη». Οι χαμηλές τιμές μπορεί να δελεάζουν, αλλά η αυθεντικότητα σπανίως είναι εξασφαλισμένη.
Μια αγορά, πολλές «ταχύτητες» - Κυκλώματα-μαμούθ στην Ευρώπη
Η αγορά τέχνης δεν είναι ενιαία. Αντιθέτως, αποτελείται από πολλαπλές υποαγορές, καθεμία με τους δικούς της άγραφους κανόνες. Όσο αυξάνεται το επίπεδο ελέγχου, τόσο ενισχύεται η εμπιστοσύνη και μαζί της οι τιμές. Αντίθετα, τα φθηνά «συλλεκτικά» αντικείμενα που κυκλοφορούν κυρίως online συχνά στερούνται ουσιαστικής πιστοποίησης, δημιουργώντας ένα πρόσφορο έδαφος για απάτες.
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται σε πρόσφατες υποθέσεις. Το 2024, οι ιταλικές αρχές εξάρθρωσαν δίκτυο που διακινούσε πλαστά έργα καλλιτεχνών όπως ο Banksy, ο Gustav Klimt, ο Andy Warhol και ο Pablo Picasso, με εκτιμώμενη αξία 200 εκατ. ευρώ. Έναν χρόνο αργότερα, στη Γερμανία, κατασχέθηκαν πλαστογραφίες έργων των Rembrandt και Frida Kahlo, με συλλήψεις που αποκάλυψαν ακόμη και «ειδικούς» που παρείχαν ψεύτικα πιστοποιητικά αυθεντικότητας.
Η ελληνική απάντηση
Η νέα ελληνική νομοθεσία επιχειρεί να καλύψει όλα τα στάδια της αλυσίδας: από τη δημιουργία πλαστών έργων μέχρι την πώληση και τη διαφήμισή τους. Για πρώτη φορά, ποινικοποιείται ρητά όχι μόνο η διακίνηση, αλλά και η πρόθεση εξαπάτησης.
Οι ποινές κλιμακώνονται ανάλογα με την αξία και την έκταση της απάτης, ενώ προβλέπεται ακόμη και καταστροφή των πλαστών έργων. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα στις αρχές να παρεμβαίνουν πριν ολοκληρωθεί μια πώληση. Ήδη, οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμοστεί σε υπόθεση γνωστού εμπόρου τέχνης στην Αθήνα, ο οποίος κατηγορείται για σοβαρά αδικήματα, με τις κατηγορίες να απορρίπτονται από τον ίδιο.
Μπορεί να λειτουργήσει το νέο πλαίσιο;
Παρά τη σαφή αυστηροποίηση, υπάρχουν ερωτήματα. Η αστυνομία δύσκολα μπορεί να εντοπίσει μόνη της πλαστογραφίες χωρίς τη συμβολή ειδικών, ενώ πολλές υποθέσεις αποκαλύπτονται χρόνια μετά, όταν ένας συλλέκτης επιχειρεί να μεταπωλήσει ένα έργο.
Επιπλέον, η πρόβλεψη για καταστροφή πλαστών έργων ίσως λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους σκέφτονται να καταγγείλουν απάτες, φοβούμενοι ότι θα χάσουν κάθε πιθανότητα αποζημίωσης.
Η νέα νομοθεσία δημιουργεί ένα πιο αυστηρό και ασφαλές πλαίσιο. Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος ένα μέρος της αγοράς να «κρυφτεί» ακόμη περισσότερο, περιορίζοντας τη ροή πληροφοριών. Το ερώτημα παραμένει: θα καταφέρει η Ελλάδα να καθαρίσει μια αγορά που παραδοσιακά λειτουργεί στη σκιά ή θα μετακινηθεί απλώς το πρόβλημα πιο βαθιά στο παρασκήνιο;